Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η_σχολή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η_σχολή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

σήμερα είναι η μέρα σου


Είκοσι έξι σήμερα είναι η μέρα σου, γιατί τα ονόματα δεν έχουν – / – καμιά σημασία, γιατί το απόλυτο χάνεται στην άλγεβρα – / – που ορίζεις, γιατί χρόνο – / – με το χρόνο μεγαλώνεις αλλά πάντα θα δείχνεις τα είκοσι έξι
“point to one end
which is always present”
ροδοπέταλα που ακολουθούσα πέφτοντας και γύρευα να βρω τη – / – μοίρα, που μεταξύ αριθμών και εγκατάλειψης βρήκα μια – / – γραφή διαυγής και μια οσμή γλυκιά (απόκοσμα – / – γλυκιά, επίμονη και ενοχλητική) που έκτοτε τη συναντώ – / – παντού χωρίς να ξέρω γιατί, χωρίς να ξέρω την προέλευση της και – / – μέσα από τα μάτια μου που δεν έχουν καμιά σημασία – / – ξεπροβάλουνε πάλι τα μάτια σου και το λευκό σου δέρμα και – / – το αναλλοίωτο της μορφής σου και όλα τα υπόλοιπα θεμελιώδη μεγέθη ίδια στις – / – στροφές και στις αγάπες μου.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Η άλλη Δήμητρα


Η άλλη Δήμητρα της ζωής μου

"don't talk to strangers
they 're just there to do you harm..."


Ποτέ δεν μιλούσα σε ξένους. Πίστευα ότι θα μου 'κάναν κακό. Αλλά τότε συνέβη.
...και έτσι καταφέραμε να αναπτύξουμε μια υπέροχα δημιουργική σχέση μίσους και πάθους. Εγώ τοποθετώ στις αγάπες μου τριαντάφυλλα και αυτή τους κλέβει τα πρόσωπα που έπειτα τα βάζει σε προθήκες στην αποθήκη του σπιτιού μας. Και 'γώ καμιά φορά τη δέρνω ενώ εκείνη βγάζει ένα ήχο σαν γατούλα ευχαριστημένη. Μα τα νύχια της είναι κόκκινα και ο ήχος της ηχεί κακόηχα.

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Δήμητρα


Δήμητρα

Ολοένα πέφτω προς τα κάτω και ολοένα χρειάζομαι δαίμονες καθώς τις νύχτες πάντα ακούω πέταλα και πάγους να θρυμματίζονται και συνέχεια τους βρίσκω στο δρόμο μου απρόσμενα τρέχοντας γύρω μου εμφανίζονται περιοδικά και περιοδικά εξαφανίζονται χωρίς να τους ζητήσω αλλά δεν μου μιλούν ποτέ και συχνά όταν μ’ αγγίζουν τα φτερά λευκά τους και λίγο κοκκινίζουνε στις άκρες πλάι στο ράμφος σκοτεινιά αχνίζοντας νευρικά οι ακτίνες των αισθήσεων μου καμπυλώνονται αναμιγνύονται και ολοένα χάνονται.


Η αφορμή είναι το αυριανό απρόσμενο του τίτλου.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

από τις γραμμές


μέσα από τις γραμμές του ύπνου / ξαναβλέπω την κρυφή αλληλουχία / των πλευρών του Ύπνου. Με τα / σημεία ακόμα χαραγμένα στο πρόσωπο / ονειρεύομαι και έχω το θάρρος, / ως νέα ψυχή – πουλί να ανταποκριθώ / στο βλέμμα των λουλουδιών. Και οι / φίλοι μου, υπάρχουν τέτοιοι; / αν υπάρχουν τέτοιοι, ακίνητοι. / Ακίνητοι φιλοξενούμενοι που / αφυπνίζονται στα σκεπάσματά μου / και τα χέρια τους επιστρέφουν / να μου σφίξουν την καρδιά / στην άγνοια. Ύστερα το καρκίνωμα / θα συνεχίσει να αναπτύσσεται στο / σώμα μου και ‘γω θα το ταίζω / αίμα.



Δεύτερη ανάγνωση


ως νέα πόλη – ψυχή – πουλί ν’αποκριθώ




Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008

γρήγορα γιατί ξεχνώ


(Γράφω γρήγορα γιατί ξεχνώ, συγχωρήστέ μου το)



Χτες το βράδυ, σήμερα το πρωί, όπως κάθε όνειρο, ονειρεύτηκα τον Ζήση, την Σοφία και ακόμα μία άλλη κοπέλα που φωνάζουμε «μπέμπα». Ανεβήκαμε νύχτα με προοπτική να φτάσουμε στην πολύ κορυφή του Ολύμπου. Φτάσαμε σε ένα σημείο που στην πλαγιά του βουνού ανοιγόταν ένα κοίλωμα που το διαπερνούσε και έβγαινε στην άλλη πλευρά του, ελαφρά ανηφορικό. Εισήλθαμε. Υπήρχε φως διάχυτο και ήταν ευρύχωρο. Κάπου κοντά στην είσοδο υπήρχε ένας κομμάτι βράχος αρκετά μεγάλο με γωνίες και έντονες ακμές. Στα αριστερά του ανοιγόταν ένα πέρασμα στο οποίο με δυσκολία χωρούσε να περάσει άνθρωπος, αλλά εκεί ο φύλακας του βουνού μας απαγόρεψε την είσοδο υπαινισσόμενος μυστικιστικές προκαταλήψεις και άγνωστους κινδύνους. Έριξα το φως του φακού μου και τότε είδα στην άκρη στην στροφή του περάσματος, μέσα στο φως να κουνιέται μια ανθρώπινη φιγούρα, σκέτη σκοτεινιά, χωρίς χαρακτηριστικά, ένα επίπεδο σχήμα με σαφώς διακριτά σύνορα. Φοβήθηκα, την άφησα και έφυγα. Στην άλλη πλευρά του μεγάλου βράχου ήμασταν όλοι μαζί. Εκεί είδαμε τον φύλακα, δεν τον γνώρισα, ούτε θυμάμαι το πρόσωπό του. Μας είπε θρύλους πολλούς για το βουνό και την κορυφή του. Σε εκείνη την αίθουσα, μέσα στο βουνό, και εν γένη ακριβώς κάτω από την κορυφή του υπήρχε ένα τμήμα της (δεν ξέρω πως αλλά ήταν το ανατολικό της) που διατηρούνταν ξεχωριστό από το υπόλοιπο. Είχε χώρισμα αεροστεγές και μέσα του, αργότερα μπήκα ο ίδιος, είχε ένα παλιό κασόνι, ένα άλλο μικρό δωμάτιο χτισμένο με πηλό και χώμα (άγνωστο τι ήταν μέσα του) και ένας μηχανισμός μεταλλικός με μεγάλα γρανάζια, που ήταν το ρολόι. Λειτουργούσε με τη βαρύτητα και ήταν ικανό να προσαρμόζεται σε διάφορα ύψη με την μετακίνηση ενός κάθετου άξονα. Εγώ κούνησα ένα μοχλό και ο φύλακας ρύθμισε τον κάθετο άξονα κάνοντάς μου επίδειξη. Ξημέρωσε και φύγαμε για την κορυφή, βγαίνοντας (στην άλλη μεριά του κοιλώματος) είχε άλλο ένα μικρό πέρασμα, σαν σπηλιά. Κοίταξα, σκοτεινιά και ένα φως έντονο ξεπρόβαλε σιγά σιγά. Ο φύλακας είπε «ο γιος του σωτήρος»*. Το θεώρησα μεταφυσικό και έφυγα μαζί με τους άλλους. Κοντά στην κορυφή, άμεσος έξω από το κοίλωμα, καθίσαμε να ξεκουραστούμε. Έπειτα πήγαμε στην κορυφή. Που απέναντί της είχε μια άλλη ψηλότερη κορυφή και είχε κόσμο, ιδίως κάτι γέρους. Είδα και ένα ελικόπτερο, της πυροσβεστικής, είπε ότι ήρθε για διάσωση του Ζήση αλλά αυτός το έδιωξε. Πήραμε να σκαρφαλώνουμε. Φτάσαμε πάνω. Ένας βράχος ήταν όλο και όλο και η θέα βόρια μια πεδιάδα. Θελήσαμε να κατέβουμε. Ήταν δύσκολα και απότομα. Όλοι γλίστρησαν. Έμεινα τελευταίος στην κορυφή. Πριν από μένα κατέβηκε η Σοφία (την πλάτη της είδα και αναγνώρισα τα μαλλιά). Γλιστρούσε πολύ. Κοίταξα κάτω και φοβήθηκα για αυτή. Όμως, με ένα αίσθημα ενοχής, όσο ποτέ ξανά, κατάλαβα ότι δεν ήθελα να σταματήσει. Με αυτή τη σκέψη ξεκίνησα και εγώ να γλιστρώ στο κόκκινο χώμα με τα αγκάθια, έχοντας όρθιο το κορμί μου και τα μάτια στα πόδια της Σοφίας που πλέον δεν ήταν η Άννα. Ξύπνησα.



* κανένας θρησκευτικός υπαινιγμός, μόνο μια κραυγή μέσα στο όνειρο που διατηρείται ακόμη τώρα. Εκεί, μεταξύ μενεξεδένια βαμμένα τα βουνά και κραταιά ως θάνατος αγάπη.


Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

Το βλέμμα

Το βλέμμα κοιτώντας 2 ήλιους περιτρέχει τη κοίλη ράχη τους καθώς οι ακτίνες λυγίζουν και καμπυλώνουν σχεδόν μαθηματικά στην κοντινή περιοχή τους.